Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Καλώντας τον Πάνα

Ο Πάνας ήταν ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων και των ποιμνίων και κατοικούσε σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στα βουνά της Αρκαδίας. Ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. Το παιδί που αυτή γέννησε είχε αποκρουστική όψη, πόδια τράγου, μυτερά αυτιά, δυο κέρατα στο κεφάλι και το προσωπό που καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα. Η Δρυόπη μόλις τον είδε τρόμαξε και τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το παιδί της. Ο Ερμής τότε τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του. Περισσότερο δε απ' όλους, ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.

Ιδιότητες: ορμητικότητα, αυθορμητισμός, ανδρική γονιμότητα, μαγεία, σεξουαλική ικανοποίηση, προστασία από αρνητικές επιρροές και πανικό, ένστικτο, παιδική ηλικία (στα αγόρια)
Λιβάνια και καψίματα: όλα
Φυτά: ολόκληρη η φύση, αγριολούλουδα, μανδραγόρας
Χρώμα κεριών: όλα τα χρώματα
Ζώα: τράγος
Σύμβολα: τα κέρατα του τράγου, αυλός

Επίκληση
Τον Θεό Πάνα καλώ τον Ορμητικό, τον Ενθουσιώδη, τον Ποιμενικό που κυβερνά την φανερή και απόκρυφη πλευρά της φύσης και όλων των όντων, να έλθει χαρούμενος και ευνοϊκός σε μένα, και να μου χαρίσει δύναμη ενθουσιασμό αγάπη για την ζωή, να βγάλει τον φόβο και τον πανικό από την καρδιά μου, να με προστατέψει από κάθε αρνητική επιρροή, και αν είμαι άξιος να μου αποκαλύψεις την απόκρυφη πλευράς της φύσης και των όντων. Γένοιτο. 

Ύμνος

Πᾶνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τὸ σύμπαν, οὐρανὸν ἠδὲ θάλασσαν ἰδὲ χθόνα παμβασίλειαν καὶ πῦρ ἀθάνατον· τάδε γὰρ μέλη ἐστὶ τὰ Πανός. ἐλθέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονε Ὥραις, αἰγομελές, βακχευτά, φιλένθεε, ἀστροδίαιτε, ἁρμονίαν κόσμοιο κρέκων φιλοπαίγμονι μολπῆι, 
φαντασιῶν ἐπαρωγέ, φόβων ἔκπαγλε βροτείων, αἰγονόμοις χαίρων ἀνὰ πίδακας ἠδέ τε βούταις, εὔσκοπε, θηρητήρ, Ἠχοῦς φίλε, σύγχορε νυμφῶν, παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολυώνυμε δαῖμον, κοσμοκράτωρ, αὐξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν, ἀντροχαρές, βαρύμηνις, ἀληθής Ζεὺς ὁ κεράστης. σοὶ γὰρ ἀπειρέσιον γαίης πέδον ἐστήρικται, εἴκει δ' ἀκαμάτου πόντου τὸ βαθύρροον ὕδωρ Ὠκεανός τε πέριξ ἐν ὕδασι γαῖαν ἑλίσσων, ἀέριόν τε μέρισμα τροφῆς, ζωοῖσιν ἔναυσμα, καὶ κορυφῆς ἐφύπερθεν ἐλαφροτάτου πυρὸς ὄμμα. βαίνει γὰρ τάδε ѳεῖα πολύκριτα σαῖσιν ἐφετμαῖς· ἀλλάσσεις δὲ φύσεις πάντων ταῖς σαῖσι προνοίαις βόσκων ἀνθρώπων γενεὴν κατ' ἀπείρονα κόσμον. ἀλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαῖν' ἐπὶ λοιβαῖς εὐιέροις, ἀγαθὴν δ' ὄπασον βιότοιο τελευτὴν
Πανικὸν ἐκπέμπων οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης. 

Τον Πάνα προσκαλώ τον ίσχυρόν, των ποιμενικόν το σύμπαν του κόσμου (το κοσμικόν σύμπαν) τον ούρανόν και την θάλασσαν και την γήν πού είναι βασίλισσα των πάντων, και το αθάνατον πυρ διότι αυτή είναι τα μέλη του Πάνος. Ελα εσύ πού είσαι μακάριος, πηδηχτής, πού τρέχεις γύρω. και κάθεσαι στον ίδιο θρόνο με τάς ώρας (τάς έποχάς) εσύ πού τα μέλη σου μοιάζουν με της γίδας, ό μανιακός, πού εύκολα ενθουσιάζεσαι και περνάς τη ζωή σου μέσα σε σπήλαια· εσύ υφαίνεις την άρμονίαν του κόσμου με παιχνιδιάρικο τραγούδι, είσαι ό βοηθός των φαντασμάτων και ό δημιουργός μεγάλων φόβων εις τους ανθρώπος· χαίρεσαι να είσαι στις πηγές με γιδοβοσκούς και βοίδοβοσκούς και βλέπεις μακρυά, είσαι κυνηγός, φίλος της Ηχους, καί χορεύεις μαζί με τις νύμφες παράγεις τα πάντα, είσαι πατέρας των πάντων, εσύ ό θεός με τα πολλά ονόματα είσαι κυρίαρχος του κόσμου, συντελείς εις την αύξησιν, φέρεις το φως, είσαι ό καρποφόρος Παιάν χαίρεσαι στα σπήλαια, υπερβολικά θυμώνεις, καί είσαι αληθινός Ζευς με κέρατα διότι εις εσένα στηρίζεται το άπέραντον δαπεδον της γης καί υποχωρεί το βαθύ ρεύμα του ακαταπόνητου πόντου. 
καί ο Ωκεανός ελίσσεται γύρω από τ ην γήν μέσα στα νερά· καί το έναέριον μέρος (μερίδιον) της τροφής, πού είναι σπινθήρ ζωής εις τα ζωντανά καί το μάτι του ελαφρότατου πυρός επάνω από την κορυφήν διότι αυτά τα θεϊκά, πού είναι πολυποίκιλα, προχωρούν (κινούνται) δια των ιδικών σου εντολών συ μεταβάλλεις την φυσικήν κατάστασιν όλων τον πραγμάτων κατά τάς ίδικάς σου προβλέψεις καί τρέφεις το γένος των ανθρώπων εις τον άπέραντον κοσμον. 
Άλλα βάδιζε (έλα) εις τάς ίερωτάτας σπονδάς συ ό μακάριος, πού είσαι γεμάτος από βακχικήν μανίαν. Ο ενθουσιώδης, καί δόσε να εχωμεν καλόν τέλος του βίου καί δίωξε την μανίαν του πανικού (τον μανιακον πανικόν) εις τη πέρατα της γης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου