Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Η αψιθιά και το αψέντι

Η αψιθιά είναι γνωστή από την εποχή του Ιπποκράτη και θεωρείται ένα από τα πιο αρωματικά φυτά παρόλη την πικρή της γεύση. Στην Αρχαία Ελλάδα την ονόμαζαν Αρτεμισία, ενδεχομένως προς τιμή της θεάς Άρτεμης και την χρησιμοποιούσαν σε περιπτώσεις αμηνόρροιας. Θεωρούσαν ότι δυναμώνει την μνήμη και την λογική, βοηθά στους πόνους στους μυς, αρθρώσεις και συνδετικούς ιστούς, δυναμώνει την όραση, βαθαίνει τον ύπνο. Εξ αιτίας της τελευταίας ιδιότητας στα χωριά γέμιζαν τα μαξιλάρια με αψιθιά. Σε περιόδους επιδημιών χολέρας και πανώλης κρέμαγαν το φυτό στις κατοικίες και κάπνιζαν τους χώρους καίγοντας βλαστούς Αψιθιάς. Ο Διοσκουρίδης γράφει για την Αψιθιά «…όταν ανακατεύεις το μελάνι με έγχυμα αψιθιάς τα ποντίκια δεν αγγίζουν τους παπύρους»

Άλλοι λαοί όπως οι Αραβες, οι Αιγύπτιοι, οι Κέλτες την χρησιμοποιούσαν το αψέντι ως ορεξιογόνο. Κατά τον μεσαίωνα αποδώσανε αρκετές μαγικές ιδιότητες στην αψιθιά και πίστευαν ότι η ύπαρξή της σε ένα σπίτι το προφυλάσσει από τα από τα κακά πνεύματα.




















Το απαγορευμένο αψέντι

Το αψέντι (absinthe) κατηγορήθηκε για πρόκληση εθισμού, παραισθήσεων και σχιζοφρένειας, αγαπήθηκε για το σμαραγδένιο χρώμα του, τη ζάλη και την έμπνευση που χάριζε, γέννησε μύθους, έγινε θρύλος, απαγορεύθηκε και… επέστρεψε δυναμικά. Ίσως το μοναδικό ποτό με τέτοια αύρα μυστηρίου γύρω από το όνομά του, το Αψέντι απέκτησε, στην διακοσαετή ιστορία του, φανατικούς θαυμαστές και ορκισμένους εχθρούς.


Για τον τρόπο παρασκευής του αψεντιού και τις παρενέργειες, μέχρι την επίσημη χώρα παραγωγής, τον τρόπο σερβιρίσματος και την απαγόρευση, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις.


Πατέρας της σύγχρονης συνταγής του αψεντιού θεωρείται ο Dr. Pierre Ordinaire, ο οποίος παρασκευάζει για πρώτη φορά το ποτό με τη σημερινή του μορφή το 1792 στη Val de Travers της Ελβετίας, το αποκαλεί «πράσινη νεράιδα» και το πουλάει ισχυριζόμενος ότι θεραπεύει τα πάντα, από πονοκεφάλους μέχρι επιληψία και πέτρα στα νεφρά. Λίγο καιρό αργότερα, ο Major Dubied διαβλέπει τις δυνατότητες της «πράσινης νεράιδας» όχι ως φαρμάκου, αλλά ως απεριτίφ, αγοράζει την πατέντα και ξεκινάει την παραγωγή. Το 1805, ο γαμπρός του, Henri-Louis Pernod θα ιδρύσει τη θρυλική εταιρεία Pernod Fils στο Pontarlier της Γαλλίας, της οποίας τα κέρδη από την παραγωγή αψεντιού θα αγγίξουν τα όρια του μύθου.


Οι Γάλλοι στρατιώτες καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αψεντιού το 1840, κατά τη διάρκεια του πολέμου με την Αλγερία, διότι θεωρούν ότι τους προστατεύει από την ελονοσία –κάνοντάς τους, παράλληλα, να ξεχνούν τις κακουχίες και την εν γένει κατάσταση. Μερικά χρόνια αργότερα, το αψέντι θα περάσει από τα πεδία της μάχης στα καφέ και τα καμπαρέ του Παρισιού, όπου θα βρει μεγάλη απήχηση στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Ένα βράδυ του 1889 ο Τουλούζ Λωτρέκ σερβίρει ένα κοκτέιλ με βάση το αψέντι στους θαμώνες του Moulin Rouge και η Πράσινη Νεράιδα αποκτά επισήμως το διαβατήριό της για τους κύκλους της διανόησης. Μποντλέρ, Βερλέν, Ρεμπό, Ζολά, Πικάσο, Χέμινγουει κι αμέτρητοι άλλοι ορκίζονται εφεξής στο όνομά του και ο όρος «αψεντισμός» γράφεται –με πράσινα γράμματα– στην ιστορία.


Η αρχή του τέλους ήρθε όταν, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, στην Αρλ της Νότιας Γαλλίας ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του, μετά από έναν ιδιαίτερα έντονο καβγά με το συγκάτοικό του, Πολ Γκογκέν. Πράξη η οποία αποδόθηκε στην υπερβολική κατανάλωση αψεντιού και, μαζί με διάφορες άλλες παρενέργειες που οι συντηρητικοί κύκλοι ισχυρίζονταν πως προκαλεί το πράσινο δηλητήριο σε «σωστούς και ευυπόληπτους κατά τα άλλα ανθρώπους, τους οποίους μεταμορφώνει σε τέρατα», οδήγησαν τελικά στην απαγόρευσή του σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες –πλην της Τσεχίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.


Απαγόρευση η οποία αποδόθηκε, αργότερα, στην εκτίναξη των πωλήσεων της Πράσινης Νεράιδας στα ύψη, και στα παράπονα των παραγωγών άλλων οινοπνευματωδών, μεταξύ αυτών και των οινοποιών της Γαλλίας, που έβλεπαν τα έσοδά τους να συρρικνώνονται. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η απαγόρευση άρθηκε με νόμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σήμερα συνεχίζει να ισχύει σε κάποιες χώρες, όπως οι ΗΠΑ και ορισμένες επαρχίες του Καναδά.


Το αψέντι είναι υψηλής περιεκτικότητας αλκοολούχο απόσταγμα με αψιθιά (absinth). Για την παρασκευή του χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με την παραδοσιακή συνταγή, τρία βότανα: αψιθιά, γλυκάνισος και μάραθο. Μετά την απόσταξη, το πράσινο χρώμα προστίθεται είτε με φυσικό τρόπο, εμποτίζοντας άλλα βότανα στο μείγμα, είτε με χρωστικές ουσίες, και η περιεκτικότητα σε αλκοόλ –που σε αυτό το στάδιο αγγίζει το 82%– μετριάζεται με την πρόσθεση νερού. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πράσινο οινοπνευματώδες, που κιτρινίζει με την παλαίωση, η περιεκτικότητα του οποίου σε αλκοόλ μπορεί να κυμαίνεται από 45% έως 74% και το οποίο, όπως εξηγεί και η ετυμολογία, δεν πίνεται σκέτο –οποιαδήποτε προσπάθεια, όσο φιλότιμη κι αν είναι, προϋποθέτει την προσθήκη νερού και ζάχαρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου